awesome

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

awesome (en)

  1. που προκαλεί δέος, « φοβερός » , « καταπληκτικός »
    he's awesome, he's good at anything he does
    είναι φοβερός, ό,τι και να κάνει, το κάνει καλά