axiomatic

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

axiomatic (en)



Ρουμανικά (ro) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

axiomatic (ro)

  1. (μαθηματικά) αξιωματικός (που είναι σχετικός ή απορρέει από ένα αξίωμα)