azuréen
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| γένος | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| αρσενικό | azuréen | azuréens |
| θηλυκό | azuréenne | azuréennes |
Επίθετο
[επεξεργασία]azuréen (fr)
- σχετικός με την Κυανή Ακτή
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη azur
| γένος | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| αρσενικό | azuréen | azuréens |
| θηλυκό | azuréenne | azuréennes |
azuréen (fr)