bâillement
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| bâillement | bâillements |
bâillement (fr) αρσενικό
- το χασμουρητό, το χασμούρημα
| ενικός | πληθυντικός |
| bâillement | bâillements |
bâillement (fr) αρσενικό