bâtard
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| bâtard | bâtards |
bâtard (fr) αρσενικό
- ο μπάσταρδος, το μούλικο
| ενικός | πληθυντικός |
| bâtard | bâtards |
bâtard (fr) αρσενικό