baccalà

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

παστός βακαλάος - baccalà

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

baccalà (it)

  1. (γαστρονομία) ο παστός μπακαλιάρος



Σικελικά (scn)[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

baccalà (scn)

  1. (γαστρονομία) ο παστός μπακαλιάρος