bachot
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| bachot | bachots |
bachot (fr) αρσενικό
- (οικείο) (Γαλλία) το απολυτήριο λυκείου
| ενικός | πληθυντικός |
| bachot | bachots |
bachot (fr) αρσενικό