Μετάβαση στο περιεχόμενο

back out

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας back out
γ΄ ενικό ενεστώτα backs out
αόριστος backed out
παθητική μετοχή backed out
ενεργητική μετοχή backing out

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
back out <  δείτε τις λέξεις back και out

back out (en)

  • υπαναχωρώ, αποφασίζω ότι δεν πρόκειται να συμμετάσχω πλέον σε κάτι που έχει συμφωνηθεί
    παράδειγμα  He had promised to help but then backed out.
    Είχε υποσχεθεί να βοηθήσει αλλά μετά υπαναχώρησε.