Μετάβαση στο περιεχόμενο

back up

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας back up
γ΄ ενικό ενεστώτα backs up
αόριστος backed up
παθητική μετοχή backed up
ενεργητική μετοχή backing up

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
back up <  δείτε τις λέξεις back και up

back up (en)

  1. (μεταβατικό και αμετάβατο) κινώ κάτι προς τα πίσω· κάνω όπισθεν, κινούμαι προς τα πίσω, ειδικά σε όχημα
    παράδειγμα  The car is backing up.
    Το αυτοκίνητο κάνει όπισθεν.
  2. (μεταβατικό) υποστηρίζω, παρέχω υποστήριξη σε κάποιον ή κάτι
    παράδειγμα  He’s backing up his argument with facts.
    Υποστηρίζει το επιχείρημά του με γεγονότα.
    παράδειγμα  I backed my friend up in the fight.
    Υποστήριξα τον φίλο μου στην φιλονικία.