back up
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | back up |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | backs up |
| αόριστος | backed up |
| παθητική μετοχή | backed up |
| ενεργητική μετοχή | backing up |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]back up (en)
- (μεταβατικό και αμετάβατο) κινώ κάτι προς τα πίσω· κάνω όπισθεν, κινούμαι προς τα πίσω, ειδικά σε όχημα
The car is backing up.
- Το αυτοκίνητο κάνει όπισθεν.
- (μεταβατικό) υποστηρίζω, παρέχω υποστήριξη σε κάποιον ή κάτι
He’s backing up his argument with facts.
- Υποστηρίζει το επιχείρημά του με γεγονότα.
I backed my friend up in the fight.
- Υποστήριξα τον φίλο μου στην φιλονικία.