Μετάβαση στο περιεχόμενο

bad-mouth

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας bad-mouth
γ΄ ενικό ενεστώτα bad-mouths
αόριστος bad-mouthed
παθητική μετοχή bad-mouthed
ενεργητική μετοχή bad-mouthing

bad-mouth (en)