baderne
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| baderne | badernes |
baderne (fr) θηλυκό
- (οικείο) ηλικιωμένος και στενοκέφαλος άνθρωπος
| ενικός | πληθυντικός |
| baderne | badernes |
baderne (fr) θηλυκό