Μετάβαση στο περιεχόμενο

bahçıvan

Από Βικιλεξικό

Τουρκικά (tr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
bahçıvan < (κληρονομημένο) οθωμανική τουρκική ? < περσική
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: νέα ελληνικά: μπαχτσεβάνης, μπαξεβάνης

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /bɑht͡ʃɯvɑn/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

bahçıvan (tr)

Συγγενικά

[επεξεργασία]
  • bahçıvan - Nişanyan Sözlük. Çağdaş Türkçenin Etimolojisi [Λεξικό (του) Νισανιάν. Ετυμολογία της σύγχρονης τουρκικής] μονόγλωσσο τουρκικό λεξικό του Σεβάν Νισανιάν, online από το 2002