Μετάβαση στο περιεχόμενο

bakélite

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
bakélite bakélites

bakélite (fr) θηλυκό