baka
Εμφάνιση
Αλβανικά (sq)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- baka < → λείπει η ετυμολογία, παραβάλετε γερμανική Bauch (κοιλιά).
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]baka (sq)
Απόγονοι
[επεξεργασία]baka (αλβανικά)
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ μπάκα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Παπιαμέντο (pap)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]baka