baked

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

baked (en)

  1. ψημένος (στο φούρνο)
  2. (αργκό) για κάποιον που έχει καπνίσει πολλή μαριχουάνα

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

baked (en)

  • αόριστος και παθητική μετοχή του ρήματος bake