balaclava

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

balaclava (en)

  1. κουκούλα (που καλύπτει και τμήμα του προσώπου)