balado

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εσπεράντο (eo) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική balado baladoj
αιτιατική baladon baladojn

balado (eo)

  1. (πληροφορική) αρχείο (βίντεο ή μουσικής) που μπορεί κάποιος να κατεβάσει από το διαδίκτυο για να το ακούσει σε κινητή συσκευή