Μετάβαση στο περιεχόμενο

balado

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική baladobaladoj
αιτιατική baladonbaladojn

balado (eo)