Μετάβαση στο περιεχόμενο

balancier

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
balancier balanciers

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

balancier (fr) αρσενικό

  1. ζυγοστάτης
  2. μπαλανσιέ (ρολογιού)
  3. ράβδος ισορροπίας