Μετάβαση στο περιεχόμενο

baldness

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
baldness < bald + -ness

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

baldness (en) (μη μετρήσιμο)

  • η φαλάκρα, το να είναι κανείς φαλακρός
    παράδειγμα  Alopecia is a common cause of baldness.
    Η αλωπεκίαση είναι συχνή αιτία φαλάκρας.

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]