Μετάβαση στο περιεχόμενο

baldric

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

baldric (en)

  • ο αορτήρας του ξίφους που φοριέται διαγώνια από τους ώμους