Μετάβαση στο περιεχόμενο

balkanisation

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
balkanisation balkanisations

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

balkanisation (fr) θηλυκό