ballast

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ballast (en)

  1. (ναυτικός όρος) η σαβούρα
  2. ...



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ballast 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
ballast ballasts

ballast (fr) αρσενικό

  1. τριμμένες πέτρες που βάζουν κάτω από τις σιδηροδρομικές γραμμές για να τις σταθεροποιήσουν
  2. (ναυτικός όρος) δεξαμενή νερού για την κατάδυση ενός υποβρυχίου
  3. (ναυτικός όρος) δεξαμενή αλμυρού νερού, σε ένα μεταγωγό πλοίο, που χρησιμεύει στη σταθεροποίησή του όταν δεν μεταφέρει υλικά
  4. (φυσική) αντίσταση που σταθεροποιεί το ρεύμα ενός κυκλώματος