ballot box
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| ballot box | ballot boxes |
Πολυλεκτικός όρος
[επεξεργασία]ballot box (en)
- η κάλπη, το κουτί για την εκλογική διαδικασία
The ballot boxes will stay open until sunset.
- Οι κάλπες θα μείνουν ανοιχτές μέχρι τη δύση του ηλίου.