Μετάβαση στο περιεχόμενο

bandaĝu

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

bandaĝu (eo)

  • προστακτική του ρήματος bandaĝi