bankë

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αλβανικά (sq) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

bankë (sq) θηλυκό

  1. τράπεζα (πιστωτικός οργανισμός)
  2. θρανίο