barbelé
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| γένος | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| αρσενικό | barbelé | barbelés |
| θηλυκό | barbelée | barbelées |
Επίθετο
[επεξεργασία]barbelé (fr)
| γένος | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| αρσενικό | barbelé | barbelés |
| θηλυκό | barbelée | barbelées |
barbelé (fr)