barbiere

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

κουρέας που κουρεύει

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

barbiere < barba +‎ -iere

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

barbiere (it)

  1. μπαρμπέρης, κουρέας