barricade

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

barricade 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
barricade barricades

barricade (fr) θηλυκό

  1. εμπόδιο, πρόχειρο φράγμα από ποικίλα αντικείμενα που τίθεται στη μέση ενός δρόμου για να εμποδίσει την ελεύθερη κυκλοφορία κατά τη διάρκεια επεισοδίων

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]