Μετάβαση στο περιεχόμενο

barroom

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
barroom < bar + room

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /XXX/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

barroom (en)

  • Μια εγκατάσταση ή ένας χώρος με ένα μπαρ για το σερβίρισμα αλκοολούχων ποτών.