Μετάβαση στο περιεχόμενο

barstool

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
barstool barstools

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
barstool < bar + stool

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

barstool (en)