Μετάβαση στο περιεχόμενο

basaltique

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
basaltique basaltiques

Επίθετο

[επεξεργασία]

basaltique (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. βασαλτικός
    roche basaltique - βασαλτικό πέτρωμα

Συγγενικά

[επεξεργασία]