Μετάβαση στο περιεχόμενο

bassesse

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
bassesse bassesses

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

bassesse (fr) θηλυκό