bastaix
Εμφάνιση
Καταλανικά (ca)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- bastaix < δημώδης λατινική *bastaxus < αρχαία ελληνική βαστάζω
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]bastaix (ca) αρσενικό (πληθυντικός : bastaixos)