Μετάβαση στο περιεχόμενο

bathing

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
bathing bathings

bathing (en)

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

bathing (en)