bathing
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| bathing | bathings |
bathing (en)
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]bathing (en)
| ενικός | πληθυντικός |
| bathing | bathings |
bathing (en)
bathing (en)