battée

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
battée battées

battée (fr) θηλυκό

  1. τμήμα του κουφώματος μιας πόρτας πάνω στο οποίο αυτή χτυπά όταν την κλείνουμε

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη: battre