batterie

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ba.tʁi/
batterie 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
batterie batteries

batterie (fr) θηλυκό

  1. η μπαταρία (ενός αυτοκινήτου)

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

Η μικρή ηλεκτρική μπαταρία λέγεται pile.