Μετάβαση στο περιεχόμενο

be up to

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας be up to
γ΄ ενικό ενεστώτα is up to
αόριστος was up to
παθητική μετοχή been up to
ενεργητική μετοχή being up to

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
be up to <  δείτε τις λέξεις be και up to

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Έκφραση

[επεξεργασία]

be up to (en)

  1. ανήκει σε, εναπόκειται σε, απόκειται σε, είναι επιλογή τού, είναι απόφαση τού
    παράδειγμα  It is up to the youth to better society.
    Στους νέους ανήκει το να καλυτερέψουν την κοινωνία.
    παράδειγμα  It is up to you to decide what you want to do.
    Σ΄ εσένα ανήκει το να αποφασίσεις τι θα κάνεις.
    παράδειγμα  It is up to the developers to choose the tools and libraries they want to use.
    Εναπόκειται στους προγραμματιστές να επιλέξουν τα εργαλεία και τις βιβλιοθήκες που θέλουν να χρησιμοποιήσουν.
    παράδειγμα  It is up to you to decide.
    Απόκειται σε σένα ν' αποφασίσεις.
  2. επαρκώ, ικανός για, μπορώ να
    παράδειγμα  He is not up to the task entrusted to him.
    Δεν επαρκεί για τη δουλειά που του ανέθεσαν.

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]
  •  δείτε τη λέξη up to