bear
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| bear | bears |
bear (en)
- (θηλαστικό ζώο) αρκούδα
- (οικονομία) η πτώση των αγορών
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | bear |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | bears |
| αόριστος | bore, bare |
| παθητική μετοχή | borne, born, bore |
| ενεργητική μετοχή | bearing |
| αγγλικά ανώμαλα ρήματα | |
| παθ.μτχ.: born χρησιμοποιείται μόνο με σημασία γεννώ και αόρ.: bare είναι παρωχημένο | |
bear (en)