beardless
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | beardless |
| συγκριτικός | more beardless |
| υπερθετικός | most beardless |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- beardless < μέση αγγλική berdles < αγγλοσαξονική beardleas. Μορφολογικά αναλύεται σε beard + -less.
Προφορά
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]beardless (en)