bearing

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

bearing (en)

  1. το παράστημα, η κορμοστασιά, ο τρόπος βαδίσματος
  2. η συνάφεια
  3. ο προσανατολισμός
  4. η ανοχή, η ανεκτικότητα
  5. επιφερόμενη-προκαλούμενη συνέπεια
  6. στατικό ή μηχανολογικό έδρανο

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

bearing (en)