beatus
Εμφάνιση
Λατινικά (la)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- beātus < μετοχή παθητικού παρακειμένου του beō (ευχαριστώ, χαροποιώ)
Επίθετο
[επεξεργασία]beātus, -a, -um
- ευτυχισμένος, ευτυχής, μακάριος, ευλογημένος
- πλούσιος, ευκατάστατος, εύπορος
- άφθονος, πολυτελής
- (μεσαιωνικά λατινικά, εκκλησιαστικά λατινικά) ευλογημένος, άγιος
Παράγωγα
[επεξεργασία]Απόγονοι
[επεξεργασία]beatus (λατινικά)
Κλίση
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- beatus - Gaffiot, Félix (1934) Dictionnaire illustré latin-français, Hachette [Γκαφιό, Φελίξ (1934) Εικονογραφημένο λατινογαλλικό λεξικό, Ασέτ] (στα γαλλικά)
- beatus - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.