Μετάβαση στο περιεχόμενο

bec

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
bec becs

Προφορά

[επεξεργασία]
ⓘ 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

bec (fr) αρσενικό

  1. (ζωολογία) το ράμφος
  2. (μηχανολογία) το μπεκ
    ΑΠΟΓΟΝΟΙ: ↴ νέα ελληνικά: μπεκ