beczka

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική beczka beczki
γενική beczki beczek
δοτική beczce beczkom
αιτιατική beczkę beczki
οργανική beczką beczkami
τοπική beczce beczkach
κλητική beczko beczki

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈbɛʧ̑ka/
beczka 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

beczka (pl) αρσενικό

  1. το βαρέλι

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]