Μετάβαση στο περιεχόμενο

bedroom

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
bedroom bedrooms

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
bedroom < bed + room

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

bedroom (en)

  1. η κρεβατοκάμαρα, το υπνοδωμάτιο
  2. (-bedroom) που έχει τον αριθμό των κρεβατιών που αναφέρεται
    παράδειγμα  a one-bedroom apartment - ένα μονάρι
    παράδειγμα  a two-bedroom apartment - ένα δυάρι
    παράδειγμα  a three-bedroom apartment - ένα τριάρι
    παράδειγμα  There is a new housing development of 35 one-bedroom and two-bedroom retirement homes.
    Υπάρχει ένα νέο οικιστικό έργο με 35 κατοικίες για ηλικιωμένους, με ένα ή δύο υπνοδωμάτια.