bedroom
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| bedroom | bedrooms |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]bedroom (en)
- η κρεβατοκάμαρα, το υπνοδωμάτιο
- (-bedroom) που έχει τον αριθμό των κρεβατιών που αναφέρεται