beg the question
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Έκφραση του beg
[επεξεργασία]beg the question (en)
- (για βέβαιο δεδομένο ή δράση) εγείρω αυτονόητο ερώτημα λόγω οριακής κατάστασης
- εικάζω ανυποστήρικτα για την αλήθεια επιχειρήματος προς απόδειξη, χωρίς να το υπερασπίζομαι