beguiling

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

beguiling < beguile

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /bɪˈgaɪlɪŋ/

Επίθετο[επεξεργασία]

beguiling (en)

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

beguiling (en)

  • μετοχή ενεστώτα του ρήματος beguile