behove

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

behove (en) και behoove (ΗΠΑ)

It behoves every man who values liberty of conscience for himself, to resist invasions of it in the case of others (Thomas Jefferson')'