belittle
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | belittle |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | belittles |
| αόριστος | belittled |
| παθητική μετοχή | belittled |
| ενεργητική μετοχή | belittling |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]belittle (en)