benefit
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| benefit | benefits |
benefit (en)
- (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) το όφελος, η ωφέλεια, ένα πλεονέκτημα που κάτι μου δίνει
the benefits of our joining the EEC - τα οφέλη της ένταξής μας στην ΕΟΚ
for the benefit of those who don’t know English - προς όφελος εκείνων που δεν ξέρουν αγγλικά
The book was not of much benefit to me.
- Δεν είχα μεγάλη ωφέλεια από αυτό το βιβλίο.
the material/the fringe benefits of a position - τα υλικά/τα παρεπόμενα πλεονεκτήματα μιας θέσης- ≈ συνώνυμα: → δείτε τη λέξη advantage
- (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο, συνήθως πληθυντικός) το επίδομα, χρήματα που παρέχει η κυβέρνηση σε άτομα που χρειάζονται οικονομική βοήθεια επειδή είναι άνεργοι, άρρωστοι κτλ.
You may be eligible to receive benefits.
- Μπορεί να πληροίτε τις προϋποθέσεις για να λάβετε επιδόματα.
The number of people claiming unemployment benefits fell last month.
- Ο αριθμός των ατόμων που ζητούν επίδομα ανεργίας μειώθηκε τον περασμένο μήνα.
The aim is to help people who are on benefits to find jobs.
- Ο στόχος είναι να βοηθήσουμε άτομα που παίρνουν επιδόματα να βρουν δουλειά.
- ≈ συνώνυμα: welfare (και αμερικανικά αγγλικά)
- (συνήθως πληθυντικός) οι παροχές, πλεονέκτημα που παίρνω από μια εταιρεία εκτός από τον μισθό που κερδίζω
Private health insurance is offered as part of the employees’ benefits package.
- Η ιδιωτική ασφάλιση υγείας προσφέρεται ως μέρος του πακέτου παροχών των υπαλλήλων.
- (συνήθως πληθυντικός) οι παροχές, χρήματα από ασφαλιστική εταιρεία
The life insurance plan will provide substantial cash benefits to your family in case of your death.
- Το πρόγραμμα ασφάλισης ζωής θα παρέχει σημαντικές χρηματικές παροχές στην οικογένειά σας σε περίπτωση θανάτου σας.
- μια ευεργετική εκδήλωση όπως μια παράσταση, ένα δείπνο κ.λπ., που διοργανώνεται με σκοπό τη συγκέντρωση χρημάτων για ένα συγκεκριμένο άτομο ή φιλανθρωπικό σκοπό
a benefit performance/concert - ευεργετική παράσταση/συναυλία
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | benefit |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | benefits |
| αόριστος | benefited, benefitted |
| παθητική μετοχή | benefited, benefitted |
| ενεργητική μετοχή | benefiting, benefitting |
benefit (en)
- (μεταβατικό) ωφελώ, είμαι χρήσιμος σε κάποιον ή βελτιώνω τη ζωή του με κάποιο τρόπο
The sea breeze will benefit you.
- Ο θαλασσινός αέρας θα σε ωφελήσει.
- (αμετάβατο) ωφελώ, είμαι σε καλύτερη θέση λόγω κάτι
You will benefit from a vacation.
- Θα σε ωφελήσουν οι διακοπές.
If you can benefit from your mistakes…
- Αν μπορείς να ωφεληθείς από τα λάθη σου…
I didn’t benefit at all from my studies.
- Δεν ωφελήθηκα καθόλου από τις σπουδές μου.
Πηγές
[επεξεργασία]- benefit (noun) - Oxford Learner's Dictionaries
- benefit (verb) - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 342, 638, 711, 994. ISBN 9780194325684., λήμμα: ευεργετικός, όφελος, πλεονέκτημα, ωφέλεια, ωφελώ