betrügen

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Germany.svg Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

betrügen 

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

betrügen (de) jdn. (παρατατικός: betrog, μετοχή παρακειμένου: betrogen)

  1. εξαπατώ
    er betrügt seine Kunden mit gefälschten Angeboten - εξαπατεί τους πελάτες του με ψευδείς προσφορές
  2. μοιχεύω
    sie betrog ihn mit Karl - τον απατούσε με τον Καρλ

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]